Απατεώνες γνωριμίες sims

ΑΠΟΧΗ: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ Ή ΠΑΘΗΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ;

Τοιαύτη περιπτώσει επιμένουμε ως επί το πλείστον στην ίδια ερμηνευτική διαδικασία, ποσώς την απορρίπτουμε όταν τελικά αυτή δίνει ένα αποτέλεσμα. Με δυο λόγια δε κολλάει μια ορισμένη παραδοχή της θρησκείας πχ η ζωή μετά θάνατον απ' την απόλυτη εξάρτηση κάθε πτυχής του νου απ' τη βιολογική κατάσταση επιλεγμένων τμημάτων του εγκεφάλου ή μόνο από κάποιες επιστημονικές αρχές πχ τον ντετερμινισμό που που αφήνει τον θεό άπραγο ή την άποψη της εξέλιξης που καθιστά ασαφές το όριο του ανθρωποκεντρισμούκολλάει η θρησκεία ήδη στο πρώτο γύρο μάχης με τη λογική. Χρειάστηκε γι' αυτόν τον πνευματικό εξευγενισμό μας, αυτό το πρώτο «άνω θρόσκω», την πρώτη διαίσθηση με τα θεία να κλείσει υπομονετικά τα μάτια η λογική, θα χρειαστεί να κάνουμε πολλά παραπάνω για ν' αντέξουμε και τα υπόλοιπα. Ανάξιοι να σχηματίσουμε έστω και μια αντίφαση, ψάχνουμε της δυνατότητες της γλώσσας για να καμουφλάρουμε το κενό πίσω απ' την ασάφεια της πρότασης ώστε να ορίσουμε το θεό ως την αιτία του αψεγάδιαστου της φύσης. Παρότι σφάξαμε τη λογική στο γόνατο ίνα ψηλαφίσουμε το θεό με τον τρόπο μας, συνεχίζουμε να μην ανατριχιάζουμε απ' τα αίματά της που αναβλύζουν από πρωτοφανέρωτες πληγές στο σχήμα των αιχμηρών απολήξεων των θρησκευτικών παραδοχών μας.




O.A.BLOG ισχυρη!!!!


Μπορεί ο θεός να 'ναι πανάγαθος και δια της καθ' εικόνας του να 'μαστε καλοί, αλλά αυτό αιτιολογεί την ηθική μας, άντε να προβλέπει μια μέση ηθική κατάληξη στο ανθρώπινο είδος, δεν αξιολογεί ηθικές, δε μας παρέχει ένα δείκτη καλοσύνης που να φανερώνει οπισθοδρομήσεις, παραστρατήματα ή θετικά βήματα για το παρόν, άρα το κενό μεταξύ του θνητά καλού και του απόλυτα καλού δεν είναι εκ των προτέρων ορισμένο και συνεπώς το απόλυτα αγαθοεργία, όπως αυτό ορίζεται, είναι αναιτιολόγητο. Έτσι, ξεχειλώνοντας τη γλώσσα, πλάθουμε το θεό με την ασταθή ύλη της φαντασίας και δει τη μαύρη τρύπα της παράλογης φαντασίας. Ως πεπερασμένη η εμπειρία μας είναι καταδικασμένη να συλλέγει πεπερασμένες το πολύ ενδείξεις περί της ύπαρξης θεού απ' την απειρία των απαιτουμένων, ήτοι αναγκάζεται να τον εκτοπίσει στο χώρο προβλέψιμα σίγουρα ανύπαρκτου, διότι η πιθανότητα μια κατάσταση που αντιλαμβανόμαστε να 'ναι ο θεός ισούται με το πεπερασμένο πλήθος των παραμέτρων που τη συνιστούν προς το άπειρο πλήθος των ικανών και αναγκαίων παραγόντων που ορίζουν το θεό. Κάποια στιγμή όλη αυτή η φάρσα γκώνει και της δίνεται ένα αυθαίρετο τέλος, το οποίο προϋποτίθεται ως μη επιλύσιμο, ακατανόητο, θέληση θεού που λέμε. Τοιαύτη περιπτώσει επιμένουμε ως επί το πλείστον στην ίδια ερμηνευτική διαδικασία, γενικώς την απορρίπτουμε όταν τελικά αυτή δίνει ένα ακολουθία. Με πιο απλά λόγια, αν για κάθε τι μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι έχει την αιτία του στο θεό, ότι, δηλαδή, κάθε τι έμμεσα ή άμεσα είναι θέληση θεού τότε, αφού η θεία βούληση μπορεί να συμπεριληφθεί ως αξίωμα σ' ένα αξιωματικό σύστημα και μάλιστα καθιστώντας το πλήρες και συνάμα αρκετά πλούσιο ώστε να περιέχει την αριθμητική, τότε το μετατρέπει σε αντιφατικό, ήτοι καταδηκασταίο απ' τη λογική. Η θρησκεία δεν αντιστέκεται, επομένως, στις αισθήσεις μας, αλλά σε πρώτη φάση τις συμπληρώνει βλ.




την κριση να πληρωσει/ουν...


Η διασκέδαση μέσω λεκτικών παιχνιδιών είναι τόσο εκ βάθους καρδίας στην περίπτωση της θρησκείας που σε κάνει να ξεχνάς ότι πρόκειται ακριβώς για παιχνίδι και όχι για σοβαρή έγνοια. Με την τύχη να μη χαμογελά στη φύση ως έχει προβληματιζόμαστε ως προς το λόγο ύπαρξης περίπλοκων συνθηκών αντί συνθηκών με μεγάλη εντροπία, πιο εύκολα και κατανοητά εξηγήσιμων και, συνεπώς, αναμενόμενων. Έτσι, ξεχειλώνοντας τη γλώσσα, πλάθουμε το θεό με την ασταθή ύλη της φαντασίας και δει τη μαύρη τρύπα της παράλογης φαντασίας. Το πρώτο πράγμα που αποκρύπτουμε τοιουτοτρόπως απ' το κοινό μας είναι ο πλανήτης στον οποίο γαλουχηθήκαμε, διότι αν του φανερώναμε ότι εδώ γεννηθήκαμε θα φαινότανε ολοκάθαρα ότι οι λογικές, οι ηθικές και οι αισθητικές μας αρχές, αυτές που γνωματεύουν περί τελειότητας, έχουν προκύψει απ' τη μακρόχρονη πορεία και προσαρμογή ημών και των προγόνων μας στη έδαφος, ήτοι δε θα μπορούσαν παρά να βλέπουν τους φυσικούς νόμους τέλειους μιας και σε αντίθετη περίπτωση απλά δε θα 'χαμε προσαρμοστεί. Σε τρίτη αφετηρία ο αποχρώς λόγος παραμελείται δια της απαξίωσης της εξήγησης της επιλογής του λόγου της θείας επέμβασης˙ η επιληψία μπορεί να οφείλεται σε κάτι μεταφυσικό, μπορεί αυτό το μεταφυσικό να 'ναι ότι άγνωρος δαίμονας μπήκε μέσα μου και όχι ότι πχ φταρνίστηκε δίπλα μου, αλλά μπήκε μέσα μου για πολύ συγκεκριμένο λόγο όχι περισσότερο ευλογοφανή απ' τους προηγούμενους. Μπορεί ο άφθαρτος να 'ναι πανάγαθος και δια της καθ' εικόνας του να 'μαστε καλοί, αλλά αυτό αιτιολογεί την ηθική μας, άντε να προβλέπει μια μέση ηθική κατάληξη στο ανθρώπινο είδος, δεν αξιολογεί ηθικές, δε μας παρέχει ένα δείκτη καλοσύνης που να φανερώνει οπισθοδρομήσεις, παραστρατήματα ή θετικά βήματα για το παρόν, άρα το κενό ανάμεσα του θνητά καλού και του απόλυτα καλού δεν είναι εκ των προτέρων ορισμένο και συνεπώς το απόλυτα καλό, όπως αυτό ορίζεται, είναι αναιτιολόγητο.





Το ότι επιλέγουμε να δοξάσουμε το θεό κι όχι να εξευμενίσουμε το διάολο ή τέλος πάντων την άρνηση του θεού δείχνει τη δυνατότητα ηθικής επιλογής, μια επί του παρόντος ηθική αυτονομία και φανερώνει συνακόλουθα ότι το μόνο περιθώριο που 'χει η εκκλησία, ακόμα και υποθέτοντας ότι η καλοσύνη είναι θείο δημιούργημα, είναι ν' ακολουθήσει ως προς την ηθική δημιουργία στο «τώρα» την ηθική κατάσταση, οπότε ή θ' απονομιμοποιήσει με το μαστίγιο τμήματα κατεστημένων αξιών ή να δογματοποιήσει άλλα, πάντως, σίγουρα δε θα πείσει κανένα. Η θρησκεία δεν αντιστέκεται, επομένως, στις αισθήσεις μας, αλλά σε πρώτη φάση τις συμπληρώνει βλ. Προσπαθώντας να συλλάβουμε την έννοια «θεός», μία έστω ιδιότητά της για την οποία να μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι δεν κατέχεται από κάτι άλλο, πρέπει να κάνουμε λογικές ατασθαλίες. Ως πεπερασμένη η εμπειρία μας είναι καταδικασμένη να συλλέγει πεπερασμένες το πολύ ενδείξεις περί της ύπαρξης θεού απ' την άγνοια των απαιτουμένων, ήτοι αναγκάζεται να τον εκτοπίσει στο χώρο προβλέψιμα σίγουρα ανύπαρκτου, διότι η πιθανότητα μια κατάσταση που αντιλαμβανόμαστε να 'ναι ο θεός ισούται με το πεπερασμένο ασκέρι των παραμέτρων που τη συνιστούν προς το άπειρο πλήθος των ικανών και αναγκαίων παραγόντων που ορίζουν το θεό. Και στις δύο περιπτώσεις το κακό είναι μια παράμετρος του αληθινού θεού κάνοντάς τον και ψεύτη εκτός από όχι απόλυτα δίκαιο, κάνοντας αυτή την ελπίδα μας άτοπη.





Πολλές καταστάσεις του κόσμου μας είναι δυσερμήνευτες έως και ασύλληπτες με τα παρόντα εργαλεία της επιστήμης, άνεση πιεστικές για τον ανθρώπινο νου, ο οποίος έχων και ράθυμους εκπροσώπους καταλήγει αβίαστα να κράζει λαμπερά κούφια συμπεράσματα. Τοιαύτη περιπτώσει επιμένουμε ως επί το πλείστον στην ίδια ερμηνευτική διαδικασία, ποσώς την απορρίπτουμε όταν τελικά αυτή δίνει ένα αποτέλεσμα. Ήδη βλέπουμε την αναγούλα στο πρόσωπο της λογικής μπρος στην ασυγκρατησιά στη χρήση υπερθετικού βαθμού, λιχουδιά εκ των ων ουκ άνευ για τις συνταγές των απανταχού θεόπνευστων συγγραφέων. Δηλώνει την αναζήτηση ερμηνείας αυτού που συμβαίνει οπότε αρκεί να βρω τους φυσικούς ή βιολογικούς ή κοινωνικούς ή ό,τι άλλο νόμους που το εξηγούν ή μήπως δηλώνει την αναζήτηση κάποιου σκοπού, οπότε προεξοφλούμε την απάντηση; Όπως και να 'χει απέχουμε παρασάγγας απ' το να 'χουμε κατανοήσει τι εννοούμε προφέροντας τη λέξη «θεός», πόσο μάλλον ν' ανακαλύψουμε αυτό το πράμα, και το μόνο κέρδος μας εν προκειμένω είναι η ανέμελη απόλαυση με τα χαζά παιχνίδια του λέγειν. Απ' το βίδωμα μιας λάμπας έως και την πρόβλεψη βροχών ή τη διακυβέρνηση κάνουμε χρήση στις συμπρασματολογικές μας δυνατότητες μόνο του ορθού λόγου και της εμπειρίας, τουλάχιστον αυτό επιδιώκουμε διακαώς, με την πρακτική αυτή να τελματώνει ανά περίοδο. Το ότι επιλέγουμε να δοξάσουμε το θεό κι όχι να εξευμενίσουμε το διάολο ή τέλος πάντων την άρνηση του θεού δείχνει τη δυνατότητα ηθικής επιλογής, μια επί του παρόντος ηθική αυτονομία και φανερώνει συνακόλουθα ότι το μόνο περιθώριο που 'χει η εκκλησία, ακόμα και υποθέτοντας ότι η ευδία είναι θείο δημιούργημα, είναι ν' ακολουθήσει ως προς την ηθική δημιουργία στο «τώρα» την ηθική κατάλογος, οπότε ή θ' απονομιμοποιήσει με το μαστίγιο τμήματα κατεστημένων αξιών ή να δογματοποιήσει άλλα, πάντως, σίγουρα δε θα πείσει κανένα.







Ήδη βλέπουμε την αναγούλα στο πρόσωπο της λογικής μπρος στην ασυγκρατησιά στη χρήση υπερθετικού βαθμού, λιχουδιά εκ των ων ουκ άνευ για τις συνταγές των απανταχού θεόπνευστων συγγραφέων. Η βάναυση ειδωλολατρία, η μεταφυσικοποίηση γήινων πράξεων και πραγμάτων, όπως η μοιχεία ή ο φαλλός, δείχνει την ασυγκράτητη εξουσιομανία μας ακόμα και προς το ποίμνιο της εκκλησίας μας. Η διασκέδαση μέσω λεκτικών παιχνιδιών είναι τόσο εκ βάθους καρδίας στην περίπτωση της θρησκείας που σε κάνει να ξεχνάς ότι πρόκειται ακριβώς για παιχνίδι και όχι για σοβαρή έγνοια. Κάποιοι, βέβαια, λόγοι πίστης δεν έχουν καν έποψη περί ύπαρξης θεού, έλλειψη κάθε αντίληψης περί αυτού αμολάνε την ευρέως διαδεδομένη, αλλά πάντα εξοργιστική, ταύτιση ωφελιμισμού και λογικής. Αυτό ισχύει διότι, απ' τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε το θεό ως πρωταρχικό αίτιο, η θεία θέληση με όποιον τρόπο την κατανοούμε να συνδέεται με το σύμπαν αποτελεί ως μαραφέτι ένα πεπερασμένο σύνολο παραδοχών και συμπερασματολογικών αρχών, πεπερασμένο καθόσον ο άνθρωπος έχει πεπερασμένη διανοητική ικανότητα, και συνεπώς δύναται να εμπλουτίσει ένα αξιωματικό σύστημα, αυτό που στελεχώνει η εμπειρία μας και η τυπική λογική, και να το επεκτείνει σ' ένα άλλο αξιωματικό σύστημα, μιας και απλά προσθέτει στο πρώτο έναν πεπερασμένο αριθμό παραδοχών. Η θρησκεία δεν αντιστέκεται, επομένως, στις αισθήσεις μας, αλλά σε πρώτη φάση τις συμπληρώνει βλ. Όταν παύει ο ψυχισμός μας να ερμηνεύεται, να αξιολογείται, να ενθαρρύνεται και ν' απαγορεύεται «φυσικώς» , με την κοινή μας γλώσσα, με τον μόνο τρόπο που υπάρχει γι' από κοινού επιδιόρθωση, αμφισβήτηση κι εμπλουτισμό τότε την επιχειρηματολογία την αναλαμβάνουν οι βίαιες τάσεις του θυμικού, όταν μιλάμε για μάζες, και η αστυνομία, όταν μιλάμε για καθεστώς. Και στις δύο περιπτώσεις το κακό είναι μια παράμετρος του αληθινού θεού κάνοντάς τον και ψεύτη εκτός από όχι απόλυτα δίκαιο, κάνοντας αυτή την ελπίδα μας άτοπη. Συμπερασματικά οι ρητορικές μας ερωτήσεις διαλύονται ήδη κατά τη σύνθεσή τους τη στιγμή που θέτουν το λάθος προσανατολισμό μεταφέροντας την υποκειμενικότητα της αντίληψης περί τελειότητας στο σύμπαν του αντικειμενικού.



Με πιο απλά λόγια, αν για κάθε τι μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι έχει την αιτία του στο θεό, ότι, δηλαδή, κάθε τι έμμεσα ή άμεσα είναι θέληση θεού άλλοτε, αφού η θεία βούληση μπορεί να συμπεριληφθεί ως αξίωμα σ' ένα αξιωματικό σύστημα και μάλιστα καθιστώντας το πλήρες και συνάμα αρκετά πλούσιο ώστε να περιέχει την αριθμητική, άλλοτε το μετατρέπει σε αντιφατικό, ήτοι καταδηκασταίο απ' τη λογική. Μαμουνιές που τις κρύβουμε πίσω απ' ένα παραπέτασμα δύσοσμων γλωσσικών μαγειρεμάτων εδραιωμένων ισχυρά απ' την βάπτιση των ασυδοσιών μας ως πρακτικών απορρεουσών απ' τη λογική κι εμπειρική αρρητότητα του θεού. Καθημερινές «σταυροφορίες» στους πιστούς ενός ανύπαρκτου θεού, αυτός ο ψόγος ενός τυφλού επειδή δε μπορεί να δει, και η αγανάκτηση με μια πράξη χωρίς νόημα και σημασία ως προσκύνημα στο κενό δείχνουν το μένος που μπορεί να φτάσει κι ένας άκακος οπαδός ενός δόγματος. Ένα γλύκισμα στο λουκούλλειο γεύμα μας επί του ορθού λόγου που εκπνέει θλιμμένα τον προβληματισμό «μα απλοποιήσαμε κάτι περίπλοκο με κάτι ακόμα περιπλοκότερο και δει ακατανόητο;». Έτσι, στις περιπτώσεις που θεωρούμε τη βροχή ως έργο θεού θα πρέπει να εξηγήσουμε γιατί δεν ερμηνεύουμε τοιουτοτρόπως και την απώλεια των κλειδιών μας, ενώ στην περίπτωση που θεωρηθεί βλασφημία ο εκφυλισμός της θείας οργής σε απλό μετεωρίτη που εισέβαλε στη γη θα πρέπει να πείσουμε και για παρόμοια αντίδραση τους απογοητευμένους θεατές μιας ταχυδακτυλουργικής παράστασης στην οποία ο μάγος κάνει πασιφανούς απάτης κόλπα, ήτοι ευκόλως ερμηνεύσιμα «φυσικώς». Το πρώτο αντικείμενο που αποκρύπτουμε τοιουτοτρόπως απ' το κοινό μας είναι ο πλανήτης στον οποίο γαλουχηθήκαμε, διότι αν του φανερώναμε ότι εδώ γεννηθήκαμε θα φαινότανε ολοκάθαρα ότι οι λογικές, οι ηθικές και οι αισθητικές μας αρχές, αυτές που γνωματεύουν περί τελειότητας, έχουν προκύψει απ' τη μακρόχρονη κατεύθυνση και προσαρμογή ημών και των προγόνων μας στη γη, ήτοι δε θα μπορούσαν παρά να βλέπουν τους φυσικούς νόμους τέλειους μιας και σε αντίθετη περίπτωση απλά δε θα 'χαμε προσαρμοστεί. Ρόγχος που δείχνει αφενός την επικίνδυνη να μας πνίξει άνθιση στο νερό που κάναμε ως προς την αντίληψη κατανόησης του κόσμου και αφετέρου υπομειδιά ζωγραφίζοντας και τέταρτη βάση αυθαιρεσίας, αυτό της προτίμησης της επιρριπτικής δυνατότητας των εννοιών «σκόπιμος» ή «κτιστός» μόνον στον κόσμο μας και όχι στη θεϊκή βούληση και φύση. Η θρησκεία δεν αντιστέκεται, επομένως, στις αισθήσεις μας, αλλά σε πρώτη φάση τις συμπληρώνει βλ. Συν τοις άλλοις όταν ρωτάμε «γιατί;» ψάχνουμε να βρούμε τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει κάτι, συνεπώς πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί η φύση, το είδος των λόγων που ερευνούμε. Ανεξαρτήτου σοβαρότητος όλες οι θρησκείες κουβαλούν την αίσθηση του θεού ως πρωταρχικό αίτιο και συνακόλουθα φέρουν στις πλάτες τους τις κοφτερές πέτρες των ύβρεων ενάντια στον ορθό λόγο.


Διαβάστε...


1358 1359 1360 1361 1362


Σχόλια:

Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται © 2018

Designed by Ευάγγελος Restis